Τελ. ενημέρωση:

   29-Apr-2026
 

Αρχ Ελλ Ιατρ, 43(4), Ιούλιος-Αύγουστος 2026, 474-479

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Ο ρόλος της ναλτρεξόνης στη διαχείριση του χρόνιου πόνου σε ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας

Α. Παναγή, Π. Θεοδόσης-Νόμπελος, Χ. Τριάντης
Τμήμα Φαρμακευτικής, Σχολή Επιστημών Υγείας, Πανεπιστήμιο Frederick, Λευκωσία, Κύπρος

Ο χρόνιος πόνος αποτελεί σημαντικό πρόβλημα στη σκλήρυνση κατά πλάκας (ΣΚΠ), ιδιαίτερα στα άκρα, στη νευραλγία τριδύμου, στον πόνο στη μέση και στους πονοκεφάλους. Η αντιμετώπιση του πόνου στους ασθενείς με ΣΚΠ είναι δύσκολη λόγω της προοδευτικής και υποτροπιάζουσας φύσης της νόσου. Η ναλτρεξόνη, ένας ανταγωνιστής των οπιοειδών υποδοχέων, έχει αποδειχθεί ότι σε χαμηλές δόσεις μπορεί να αναστείλει τον πολλαπλασιασμό των Τ και Β λεμφοκυττάρων, επιδεικνύοντας αντιφλεγμονώδεις και αναλγητικές ιδιότητες έναντι του χρόνιου πόνου. Σκοπός του άρθρου είναι η ανάδειξη των δυνατοτήτων της ναλτρεξόνης στην επηρεασμένη παθοφυσιολογία της ΣΚΠ, και ειδικά στον χρόνιο πόνο. Μια σειρά μελετών σε ασθενείς με διάφορες μορφές ΣΚΠ έδειξαν ότι η ναλτρεξόνη, σε ημερήσιες δόσεις των 3–5 mg, είναι ανεκτή και ασφαλής. Επί πλέον, μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα ζωής (QoL) και να μειώσει την κόπωση, ιδιαίτερα σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα σκλήρυνση κατά πλάκας (RRMS), μέσω μηχανισμών που φαίνεται να σχετίζονται με τη δοσολογία. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για την επίδρασή της σε δείκτες φλεγμονής. Στην πρωτοπαθώς προϊούσα ΣΚΠ (PPMS) η χαμηλή δόση ναλτρεξόνης (LDN) έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει τα επίπεδα των β-ενδορφινών στο περιφερικό αίμα και μειώνει σημαντικά τη σπαστικότητα, με τα αποτελέσματα αυτά να διατηρούνται έως και ένα μήνα μετά τη θεραπεία. Αν και πολλά από τα εν λόγω αποτελέσματα είναι προκαταρκτικά και απαιτούνται περισσότερα κλινικά δεδομένα, η ναλτρεξόνη φαίνεται να αποτελεί μια υποσχόμενη δραστική ουσία που μπορεί να συμβάλλει στην αντιμετώπιση της εξέλιξης και των συμπτωμάτων της ΣΚΠ, με αναλγητική δράση.

Λέξεις ευρετηρίου: Ναλτρεξόνη, Σκλήρυνση κατά πλάκας, Φλεγμονή, Χρόνιος πόνος.


© Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής